αποφασίζομαι

αποφασίζομαι
αποφασίζομαι, αποφασίστηκα, αποφασισμένος βλ. πίν. 34
——————
Σημειώσεις:
αποφασίζομαι : η μτχ. αποφασισμένος χρησιμοποιείται και με ενεργητική διάθεση αυτός που έχει πάρει την απόφαση να κάνει κάτι (συνήθως παρακινδυνευμένο).

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • κυρώνω — (AM κυρῶ, όω) 1. καθιστώ κάτι έγκυρο, δίνω σε κάτι κύρος, επικυρώνω (α. «ο νόμος πρέπει να κυρωθεί από τον πρόεδρο τής Δημοκρατίας» β. «ἡ ἐκκλησία κυρώσασα ταῡτα διελύθη», Θουκ. γ. «ἐκεκύρωτο ὁ γάμος Κλεισθένεϊ», Ηρόδ.) 2. επιβεβαιώνω, πιστοποιώ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”